Απλός Νομικός Οδηγός

βιβλιοθήκη ταχείας νομικής πληροφόρησης, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται και ενημερώνεται.

Ένδικα μέσα δεν επιτρέπονται κατά της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα με μόνη εξαίρεση την απόφαση της προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής για την οποία προβλέπεται ρητά από το νόμο η δυνατότητα έφεσης ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης. Επίσης, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά κάθε απόφασης αν δημιουργείται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. Το δικαστήριο αυτό αφού εξετάσει την υπόθεση επικυρώνει ή εξαφανίζει την προσβαλλομένη απόφαση και η ισχύς της απόφασής του είναι προσωρινή. Υπάρχει η δυνατότητα άσκησης αίτησης από τον διάδικο ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης, ως προαναφέρθηκε και η δυνατότητα άσκησης αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης (τριτανακοπή) από τρίτο άτομο που δεν κλήθηκε στην δίκη και δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν και έχει έννομο συμφέρον.

H ισχύς αυτών των μέτρων είναι σύμφωνα με το νόμο

α) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου που ζήτησε το ασφαλιστικό μέτρο που έγινε τελεσίδικη,

β) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης που τον ωφελεί και αυτή (απόφαση) εκτελέστηκε,

γ) σε περίπτωση συμβιβασμού για την κύρια υπόθεση,

δ) αν περάσουν 30 ημέρες από την περάτωση ή κατάργηση της δίκης με άλλο τρόπο,

ε) αν ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί αυτή ,είτε με την συνδρομή νέων πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν ή από το δικαστήριο της κυρίας δίκης χωρίς να απαιτείται η επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών και

στ) σε περίπτωση που η ίδια η απόφαση θέσει προθεσμία για να ασκηθεί η κυρία αγωγή και αυτή (αγωγή ) δεν ασκηθεί εντός της προθεσμίας αυτής.

Η ερημοδικία ενός από τους διαδίκους, που έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τη συζήτηση της αίτησης, έχει μεν σαν συνέπεια να δικαστεί αυτός ερήμην, πλην όμως το δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση σαν όλοι οι διάδικοι να ήσαν παρόντες αφού η ερημοδικία στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν τεκμηριώνει ομολογία των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην σχετική αίτηση. Δύναται να επανεξεταστεί η υπόθεση από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση που ο ερημοδικασθείς διάδικος επικαλεσθεί νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αν τα γνώριζε το δικαστήριο θα εξέδιδε διαφορετική απόφαση, αιτούμενος την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης.

Ο οφειλέτης μετά την απόφαση δεν δύναται να διαθέσει την περιουσία του, εφόσον έχει διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο που δεσμεύει αυτή π.χ. συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του ή προσημείωση υποθήκης της ακίνητης περιουσίας του. Σε περίπτωση δε που δεν συμμορφωθεί στην απόφαση του δικαστηρίου ο οφειλέτης τιμωρείται κατ' άρθρο 232Α Ποινικού Κώδικα με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

Με το ν. δ 1059/1971 καθιερώνεται το απόρρητο των καταθέσεων και προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών σε περίπτωση που μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, διοικητές ή υπάλληλοι των τραπεζών το παραβιάσουν, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν αποτελεί φραγμό για την συντηρητική κατάσχεσή τους αφού η δικαστική απόφαση που διατάσσει αυτό το ασφαλιστικό μέτρο δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύει την τραπεζική κατάθεση ή τις άυλες μετοχές, οι οποίες πρόκειται να δεσμευθούν προσωρινά με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Ούτε η απαγόρευση διάθεσής τους που επιβάλλεται με την απόφαση προσβάλλει το απόρρητο αφού δεν καλούνται αυτές (τράπεζες ) να δώσουν πληροφορίες για την ύπαρξή τους. Σε περίπτωση άλλων τρίτων όταν υπάρχει συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τους οφείλουν να δηλώσουν αν υπάρχει ή απαίτηση ή το δικαίωμα που κατασχέθηκε και αν υπάρχει άλλη κατάσχεση εις χείρας τους και για τι ποσό.

Αντικείμενο των μέτρων αυτών είναι όλα γενικώς τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, είτε βρίσκονται εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτου, αρκεί να είναι μεταβιβαστά κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και να μην εξαιρούνται από το νόμο. Ειδικότερα αντικείμενα των μέτρων αυτών δύναται να είναι ακίνητα του οφειλέτη, κινητά τα οποία δεν θεωρούνται πχ ακατάσχετα, πλοία, αεροσκάφη, χερσαία μεταφορικά μέσα, τραπεζικές καταθέσεις και άυλες μετοχές.

Το δικαστήριο διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα αν:

α) υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος προκειμένου να εξασφαλισθεί ή να διατηρηθεί ένα δικαίωμα ή να ρυθμισθεί μια κατάσταση και

β) πιθανολογείται η ύπαρξη δικαιώματος προς προστασία του οποίου επιδιώκεται το ασφαλιστικό μέτρο.

Η απαίτηση πρέπει να προαποδεικνύεται και να πιθανολογείται, δηλ δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη αλλά ατελής απόδειξη συνισταμένη σε μικρότερο βαθμό πεποίθησης ως προς τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρκεί να κρίνονται απλώς πιθανά από τον δικαστή προκειμένου να παρασχεθεί η ζητούμενη δικαστική προστασία. Για την παροχή προστασίας απαιτείται κατεπείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή του περιουσία έτσι που ν α είναι αδύνατη στο μέλλον, η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο δανειστής μετά τον τερματισμό της κύριας δίκης, θα εφοδιαστεί με εκτελεστό τίτλο.

Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται πάντοτε από το δικαστήριο. Γενική καθ' ύλην αρμοδιότητα να διατάξει τα άνω μέτρα έχει το μονομελές πρωτοδικείο. Στερητική για το μονομελές πρωτοδικείο καθ' ύλην αρμοδιότητα έχει το ειρηνοδικείο στην περίπτωση της προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής, καθώς και όταν με βάση τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο για την κυρία υπόθεση, ενώ είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τη συναινετική εγγραφή και άρση της προσημείωσης υποθήκης. Εξάλλου το πολυμελές πρωτοδικείο, στο οποίο εκκρεμεί η κυρία υπόθεση, έχει συντρέχουσα με το μονομελές πρωτοδικείο αρμοδιότητα προς λήψη των άνω μέτρων. Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι, καταρχήν, το κατά τόπον για την κυρία υπόθεση δικαστήριο, ενώ τα άνω μέτρα δύνανται να διατάσσονται και από το δικαστήριο που βρίσκεται πληρέστερα στον τόπο που πρόκειται να εκτελεστούν αυτά. Η απόφαση που διατάσσει τα άνω μέτρα επιδίδεται στον υπόχρεο και εκτελείται από τον δικαστικό επιμελητή. Αν ο τελευταίος εμποδίζεται στην εκτέλεση ζητεί τη συνδρομή των αστυνομικών υπαλλήλων. Τα έξοδα δεν είναι εύκολο να υπολογισθούν καθόσον οι αμοιβές των δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών ποικίλουν.

Προσωρινά και συντηρητικά μέτρα και γενικότερα ασφαλιστικά μέτρα είναι η προσωρινή παροχή δικαστικής προστασίας, ως παρακολούθημα της κύριας διαγνωστικής δίκης, η οποία σχετικά με το ασφαλιστέο δικαίωμα, είτε είναι εκκρεμής είτε πρόκειται να ανοίξει σύντομα. Η προσωρινή αυτή παροχή δικαστικής προστασίας αποβλέπει στην εξασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης της απαίτησης που πρόκειται να διαγνωσθεί. Αυτά είναι τα εξής: Εγγυοδοσία, εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ,συντηρητική κατάσχεση, δικαστική μεσεγγύηση, προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων, προσωρινή ρύθμιση κατάστασης, σφράγιση, αποσφράγιση, απογραφή και δημόσια κατάθεση, ασφαλιστικά μέτρα νομής.

Οι λόγοι διαζυγίου (αρθρο 1439 ΑΚ) ,  πλην του συναινετικού διαζυγίου,  είναι:

   1. Ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, έτσι ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, τεκμαίρεται δε ο ισχυρός κλονισμός, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, σε περίπτωση διγαμίας, μοιχείας, εγκατάλειψης του ενάγοντα ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος.

 Σε περίπτωση που οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί δυο  τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα.

   2. Εφόσον   ενός από τους συζύγους έχει κηρυχθεί σε αφάνεια, με δικαστική απόφαση, ο άλλος δύναται να ζητήσει διαζύγιο.

Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ανεξαρτήτως αν έχει κατατεθεί αγωγή διαζυγίου ) ένας εκ των δύο συζύγων υπό ορισμένες προϋποθέσεις δικαιούται να ζητήσει από το Δικαστήριο, την προσωρινή ρύθμιση προσωπικών σχέσεων συζύγων ή γονέων και τέκνων δηλαδή την μετοίκηση του ιδίου ή του άλλου συζύγου από την οικία που αποτελεί την οικογενειακή στέγη και την κατανομή της χρήσης κινητών πραγμάτων, την επιδίκαση διατροφής για τον ίδιο και τα τέκνα του, την ρύθμιση της επιμέλειας και επικοινωνίας με τα τέκνα του.

Για τη λύση του γάμου με διαζύγιο απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση. (αρθρα 1438 επ ΑΚ)

Ειδικότερα ο γάμος λύνεται:

   1. Με συναινετικό διαζύγιο, όταν οι δύο σύζυγοι με έγγραφη συμφωνία που υπογράφεται από τους ίδιους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνο τους δεύτερους που έχουν ειδικό πληρεξούσιο,  συμφωνούν να λύσουν τον μεταξύ τους γάμο, ο οποίος διήρκεσε τουλάχιστον έξι μήνες .Η έγγραφη συμφωνία υποβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον,  Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζει  κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικυρώνει την συμφωνία και λύνει το γάμο.

   2. Με διαζύγιο κατ' αντιδικία,  όπου για ορισμένους λόγους που συνιστούν ισχυρό κλονισμό  του γάμου,  ο ένας από τους συζύγους με αγωγή του ή και οι δύο,  με χωριστές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον Μονομελούς Πρωτοδικείου, ζητούν τη λύση του μεταξύ τους γάμου.

Αρμόδιο καθ' ύλην για την λύση του γάμου με διαζύγιο για ισχυρό κλονισμό που αφορά στο πρόσωπο του ενός ή και των δύο συζύγων και λόγω αφάνειας,  καθώς και για την ακύρωση ενός άκυρου ή ακυρώσιμου γάμου ή για την αναγνώριση της ανυπαρξίας ενός ανυπόστατου γάμου, τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν  είναι το Μονομελές  Πρωτοδικείο (αρθρο 17 αριθμ.1 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των γαμικών διαφορών (όπως ισχύει μετά την έκδοση του νόμου 4055/2012).

Καταρχήν αίρονται αναδρομικά τα αποτελέσματα του γάμου. Η αναδρομικότητα αφορά όλες τις σχέσεις των συζύγων, αδιάκριτα αν πρόκειται για προσωπικές, οικογενειακές ή περιουσιακές σχέσεις. Έτσι, η ακύρωση του γάμου οδηγεί κυρίως στην ex tunc ανατροπή του κληρονομικού δικαιώματος που έχει ο ένας σύζυγος στη περιουσία του άλλου, σε περίπτωση βέβαια μόνο εξ αδιαθέτου κληρονομιάς. Επίσης ανατρέπονται όλες οι δικαιοπραξίες των συζύγων με τρίτους, οι οποίες επιχειρήθηκαν υπό την συζυγική τους ιδιότητα, είτε με βάση τις ανάγκες της έγγαμης συμβίωσης, είτε σαν δικαιοπραξίες διαχειριστικές της περιουσίας του άλλου συζύγου, με την επιφύλαξη της καλοπιστίας των τρίτων που συναλλάχθηκαν με τους συζύγους. Περαιτέρω αν και οι δύο σύζυγοι κατά την τέλεση του γάμου ή ο ένας αυτών αγνοούσαν την ακυρότητα, η ακύρωση ενεργεί ως προς αυτούς μόνο για το μέλλον, ενώ ο σύζυγος που αγνοούσε κατά την τέλεση του γάμου την ακυρότητα έχει εναντίον του άλλου συζύγου που γνώριζε εξαρχής την ακυρότητα και κατά των κληρονόμων του, αν αυτός πέθανε μετά την ακύρωση του γάμου, δικαίωμα διατροφής σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το διαζύγιο, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο σύζυγος ο οποίος εξαναγκάσθηκε να τελέσει γάμο με απειλή, κατά τρόπο παράνομο ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, αν ο γάμος ακυρωθεί ή λυθεί με το θάνατο του άλλου συζύγου (Άρθρο 1383 ΑΚ).

Ακύρωση του γάμου σημαίνει ότι ένας γάμος,  ο οποίος είχε παράγει όλα τα νομικά αποτελέσματα ακυρώνεται ,  με αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω ενός ελαττώματος του και έτσι   παύει να έχει αποτελέσματα, με μόνη εξαίρεση ότι τα τέκνα που γεννήθηκαν σε γάμο που ακυρώθηκε διατηρούν την ιδιότητα τέκνου γεννημένου σε γάμο. Για την ακύρωση ακυρώσιμου ή άκυρου γάμου ισχύουν οι κανόνες που ισχύουν για την ακύρωση οποιασδήποτε ακυρώσιμης δικαιοπραξίας (αρθρα 1372 επΑΚ).

8 Ποιοι είναι οι λόγοι ακύρωσης του γάμου;

Η ακύρωση ενός γάμου προϋποθέτει ότι αυτός είτε είναι άκυρος λόγω έλλειψης κάποιας θετικής προϋπόθεσης του γάμου ή της ύπαρξης κάποιου ανατρεπτικού κωλύματος, είτε είναι ακυρώσιμος λόγω πλάνης ή απειλής.

Ελλείψει θετικής προϋπόθεσης υφίσταται όταν οι δηλώσεις των μελλονύμφων δεν γίνονται αυτοπροσώπως ή γίνονται υπό αίρεση ή προθεσμία, όταν είναι ανήλικοι και δεν υπάρχει άδεια του δικαστηρίου, αν κάποιος από αυτούς τελεί υπό δικαστική απαγόρευση, αν κάποιος από αυτούς τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση και δεν συναινεί ο δικαστικός συμπαραστάτης του ή δεν υπάρχει άδεια του δικαστηρίου και αν κάποιος από αυτούς κατά την τέλεση του γάμου δεν έχει συνείδηση των πραττομένων ή στερείται της χρήσης του λογικού ένεκα πνευματικής νόσου. Ανατρεπτικό κώλυμα υπάρχει σε περίπτωση συγγένειας εξ αίματος κατ' ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι του τέταρτου βαθμού, συγγένειας εξ αγχιστείας κατ' ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι τρίτου βαθμού, λόγω διγαμίας και λόγω υιοθεσίας.

Η ακυρότητα αίρεται αν ακολουθήσει του γάμου,  πλήρης και ελεύθερη συμφωνία των συζύγων για αυτόν, αν δοθεί μεταγενέστερα στους ανήλικους άδεια του δικαστηρίου ή ο ανήλικος σύζυγος όταν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του αναγνωρίσει το γάμο, αν ο ανίκανος σύζυγος καταστεί ικανός και αναγνωρίσει τον γάμο, αν ο αντιλήπτορας ή το δικαστήριο ή ο υπό δικαστική αντίληψη αφού καταστεί ικανός εγκρίνει το γάμο, η δε ακυρότητα του γάμου αίρεται αν ο πλανηθείς ή εξαναγκασθείς μετά την πλάνη ή την απειλή αναγνωρίσει τον γάμο. Εξάλλου υπάρχει και ο ανυπόστατος γάμος σε περίπτωση που δεν υπάρχει δήλωση γι' αυτόν ενώπιον του δημάρχου και των μαρτύρων στον πολιτικό γάμο ή ο θρησκευτικός γάμος δεν έχει ιερουργηθεί από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή ο γάμος αυτός δεν έχει έννομες συνέπειες και το ανυπόστατο αυτού δύναται να αναγνωριστεί με αναγνωριστική αγωγή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο, εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει την διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο

   1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου και μετά από αυτό βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει απ' αυτό τη διατροφή του,

   2. αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και για το λόγο αυτό εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος,

   3. αν δεν βρίσκει σταθερή, κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση και στις δύο αυτές περιπτώσεις όμως για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου και

   4. σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Η διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί, αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος είναι υπαίτιος του διαζυγίου του ή προκάλεσε εκούσια την απορία του. Το δικαίωμα διατροφής, δε παύει αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί ή αν συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση καθώς και με το θάνατο του δικαιούχου.

Για να γίνει η παραίτηση από τα ένδικα μέσα απαιτείται εκτός από την έκθεση παραίτησης συμπληρωμένη ει διπλούν, η προσκόμιση του ειδικού πληρεξουσίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος του διαζυγίου, καθώς και η προσκόμιση πιστοποιητικού περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της απόφασης συναινετικού διαζυγίου.

Αίτηση στον εισαγγελέα για πνευματική λύση του Θρησκευτικού γάμου ή λύση του πολιτικού γάμου

Έκδοση διαζευκτηρίου από την αρμόδια Μητρόπολη, όπου καταβάλλεται σχετικό παράβολο (όταν πρόκειται για θρησκευτικό γάμο)

Για τη λύση πολιτικού γάμου και καταχώρησή του στο οικείο ληξιαρχείο απαιτείται επικυρωμένο αντίγραφο τα απόφασης του διαζυγίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1439 παρ. 1: Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Για να υφίσταται ισχυρός κλονισμός θα πρέπει να συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις :

α) Να έχουν προηγηθεί γεγονότα (ή γεγονός) κλονιστικά του γάμου, δηλαδή γεγονότα που απορρέουν κυρίως από παραβιάσεις ηθικής ή νομικής συμπεριφοράς του άλλου συζύγου αλλά και ανυπαίτια γεγονότα τα οποία όμως επιφέρουν στην συγκεκριμένη έγγαμη σχέση ισχυρό κλονισμό. Ενδεικτικά ως λόγοι ισχυρού κλονισμού αναφέρονται το πάθος της μέθης, οι βιαιοπραγίες κατά του έτερου συζύγου, οι ψυχικές ή διανοητικές διαταραχές αυτού, η ανικανότητα προς συνουσία κ.α. Τα γεγονότα αυτά καθαυτά δεν αποτελούν λόγους διαζυγίου αλλά περιστατικά ικανά να προκαλέσουν τον ισχυρό κλονισμό του γάμου. Ορισμένα από τα γεγονότα αυτά(π.χ. εκδήλωση κάποιας ψυχικής ασθένειας ) είναι αδιάφορο αν συντελέστηκαν πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου.

β) Ο λόγος να αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων . Τούτο συνεπάγεται ότι περιστατικό που αφορά αποκλειστικά τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση αγωγής διαζυγίου (π.χ. κάποιο συγγενικό πρόσωπο). Διαφορετική είναι η περίπτωση που από την συμπεριφορά του τρίτου προσώπου επηρεάζεται ένας εκ των συζύγων σε τέτοιο βαθμό που κλονίζεται ισχυρά η συζυγική σχέση.

γ) Τα γεγονότα αυτά να έχουν σαν απόρροια να κλονισθεί η σχέση σε τέτοιο βαθμό ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Το δικαστήριο εξετάζει (λαμβάνοντας υπόψη υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια) και αποφαίνεται, εάν από τα προβαλλόμενα περιστατικά, κατέστη αφόρητη η συμβίωση για τον ενάγοντα.

Ο νομοθέτης προκειμένου να διευκολύνει την απόδειξη λόγων ισχυρού κλονισμού υπέρ του ενάγοντος θέσπισε κάποια τεκμήρια μαχητά. Τα τεκμήρια αποτελούν πράξεις ή παραλείψεις του εναγόμενου συζύγου, τις οποίες αν επικαλεστεί και αποδείξει ο ενάγων σύζυγος ταυτοχρόνως αποδεικνύει και τον ισχυρό κλονισμό του γάμου του. Μαχητά λέγονται διότι ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί να αποδείξει το αντίθετο, ότι δηλαδή από τις πράξεις αυτές που επικαλείται ο ενάγων σύζυγος δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός

Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 1439 παρ. 2 του Α.Κ. ο κλονισμός της έγγαμου σχέσεως τεκμαίρεται, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, σε τέσσερις περιπτώσεις:

  • περίπτωση διγαμίας, ή
  • μοιχείας,
  • εγκατάλειψης του ενάγοντα ή
  • επιβουλής της ζωής του εναγομένου.

Μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο,  το δικαστήριο ρυθμίζει την άσκηση της γονικής μέριμνας με τους εξής τρόπους:

α) Ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας του προσώπου τους στον ένα από τους γονείς,

β) Ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στους δύο γονείς από κοινού,

γ) Κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και

δ) Ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας σε τρίτο.

Όσον αφορά την υποχρέωση των γονέων για διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, τα οποία δεν έχουν εισοδήματα από εργασία τους ή από περιουσία τους ή αυτά που έχουν δεν επαρκούν για την διατροφή τους, αυτή (υποχρέωση) εξακολουθεί να υφίσταται και μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο και την καθορίζουν οι γονείς και σε περίπτωση αντιδικίας το Δικαστήριο.

Σε περίπτωση διαζυγίου ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν ή τεκμαίρεται ότι του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και μόνο ο άλλος σύζυγος, εφόσον ο άλλος σύζυγος δεν ανταποδεικνύει το τεκμήριο, χωρίς τον περιορισμό του πράγματος ως απαραίτητου για τις ανάγκες του άλλου συζύγου. Αν ο σύζυγος που κατέχει το πράγμα αρνείται να το αποδώσει στον κύριό του, αυτός έχει τις εμπράγματες αγωγές, τις αγωγές περί νομής και τις ενοχικές. Όσον αφορά την οικογενειακή στέγη, μετά την λύση του γάμου ο κύριος αυτής έχει κατά του συζύγου που κάνει χρήση αυτής όλες τις εμπράγματες και ενοχικές αγωγές. Σε περίπτωση κοινοκτημοσύνης με το διαζύγιο λήγει αυτή (κοινοκτημοσύνη) και καθένας των συζύγων λαμβάνει ό,τι του αναλογεί κατά τις διατάξεις περί λύσεως της κοινωνίας και διανομής των κοινών πραγμάτων. Τέλος για τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από τον έναν από τους συζύγους κατά τη διάρκεια του γάμου γεννιέται αξίωση συμμετοχής του άλλου σ' αυτά.

Σε περίπτωση λύσης του γάμου με διαζύγιο παύει η υποχρέωση των συζύγων για συμβίωση και για κοινές αποφάσεις, ο ή η σύζυγος εάν  έχουν λάβει και το επώνυμο του άλλου συζύγου κατά κανόνα παραμένει και πάλι μόνο  το δικό τους, εκτός αν επιθυμούν, επειδή έχουν αποκτήσει επαγγελματική ή καλλιτεχνική φήμη με το συζυγικό τους επώνυμο να το διατηρήσουν. Παύει η ελαφρότερη ευθύνη των συζύγων κατά την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποχρεώσεών τους, παύει να ισχύει το κώλυμα της διγαμίας και λήγει η αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων του ενός συζύγου εναντίον του άλλου. Η εξ αγχιστείας συγγένεια που δημιουργείται με τον γάμο μεταξύ των εξ αίματος συγγενών του ενός συζύγου με τους εξ αίματος συγγενείς το άλλου και μετά τη λύση του γάμου εξακολουθεί να υπάρχει.

Κατά το άρθρο 356 του Ποινικού Κώδικα ( η οποία τιμωρείται και ποινικά με φυλάκιση ) διγαμία στοιχειοθετείται εφόσον ο σύζυγος τέλεσε νέο γάμο πριν αμετακλήτως διαλυθεί ή ακυρωθεί ο προηγούμενος (ανεξαρτήτως θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου). Επίσης η διγαμία θα πρέπει να έχει τελεσθεί εκ δόλου. Αν ο δίγαμος είχε νομική πλάνη (θεωρώντας π.χ. ότι ο γάμος του είχε λυθεί με τον θάνατο του πρώτου συζύγου ) ελλείπει το στοιχείο του δόλου.

Ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί όμως να αποδείξει ότι από το γεγονός αυτό καθαυτό της διγαμίας δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμο σχέση.

Η Διγαμία κατά το άρθρο 356 του Π.Κ. ( η οποία τιμωρείται και ποινικά με φυλάκιση ) διγαμία στοιχειοθετείται εφόσον ο σύζυγος τέλεσε νέο γάμο πριν αμετακλήτως διαλυθεί ή ακυρωθεί ο προηγούμενος (ανεξαρτήτως θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου). Επίσης η διγαμία θα πρέπει να έχει τελεσθεί εκ δόλου. Αν ο δίγαμος είχε νομική πλάνη (θεωρώντας π.χ. ότι ο γάμος του είχε λυθεί με τον θάνατο του πρώτου συζύγου ) ελλείπει το στοιχείο του δόλου. 
Ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί όμως να αποδείξει ότι από το γεγονός αυτό καθαυτό της διγαμίας δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμο σχέση.

Υποκατηγορίες

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς τα ασφαλιστικά μέτρα.

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς το οικογενειακό Δίκαιο, όπως διαμορφώθηκε από τον νόμο 1329/83, το οποίο εναρμονίστηκε με τις σύγχρονες αντιλήψεις για την ισότητα των δύο φίλων, αντικαθιστώντας την πατρική εξουσία με την γονεϊκή μέριμνα.

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς το σύμφωνο συμβίωσης.

Διατροφή είναι το χρηματικό ποσό ή άλλες παροχές που κάποιος δίνει σε κάποιον άλλον, για να καλύψει μ' αυτό τις βιοτικές του ανάγκες.

Το Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν υποχρεωτικά την οργάνωση μιας κοινωνίας σε κράτος, την λειτουργία της κοινωνίας αυτής και την κοινωνική συμβίωση των μελών της.

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς την πτώχευση προσωπικών εταιριών, ετερόρρυθμων ή ομόρρυθμων εταιριών, ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ανωνύμων εταιριών, ευρωπαϊκών εταιριών και ευρωπαϊκών συνεταιριστικών εταιριών.

Επισήμανση

Σχέση εντολέα-Δικηγόρου ιδρύεται μόνο κατόπιν ρητής συμφωνίας και όχι με την απλή επίσκεψη σε ένα δικτυακό τόπο (ιστοσελίδα) ή την αποστολή μηνύματος με οποιονδήποτε τρόπο στον Δικηγόρο. Δεσμευτική νομική συμβουλή παρέχεται μόνο κατόπιν αμοιβής.

Τομείς Δραστηριότητας

Το ομώνυμο δικηγορικό γραφείο ασχολείται και αναλαμβάνει συμβουλευτική και δικαστική εκπροσώπηση σε υποθέσεις αστικού, ποινικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου.Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους τομείς δραστηριότητας και εξειδίκευσής μας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας.