Απλός Νομικός Οδηγός

βιβλιοθήκη ταχείας νομικής πληροφόρησης, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται και ενημερώνεται.

Στον Δράκοντα αποδίδεται ένας νόμος κατά τον οποίο όποιος συλλάμβανε επ'' αυτοφώρω κάποιον να κάνει έρωτα με την γυναίκα, την αδελφή, την μητέρα ή την παλλακίδα του δικαιούταν να τον φονεύσει. Αντίστοιχα στον Σόλωνα αποδίδεται νόμος με παρόμοιο περιεχόμενο κατά τον οποίο έδινε το δικαίωμα να σκοτώσεις τον επ'' αυτοφώρω συλληφθέντα μοιχό. Στην Σπάρτη κατά τον Πλούταρχο, ήταν δυνατόν ένας άνδρας ηλικιωμένος, αν συναντούσε κάποιον καλοφτιαγμένο νέο να τον φέρει στην νεαρή γυναίκα του και να τον ζευγαρώσει μαζί της προκειμένου να κρατήσει ο ίδιος το παιδί που θα γεννιόταν.

Η μοιχεία εθεωρείτο παλαιότερα ποινικό αδίκημα. Καταργήθηκε όμως με το άρθρο 6 του νόμου 1272/82.

Μοιχεία θεωρείται οποιαδήποτε σαρκική συνάφεια με τρίτο πρόσωπο, είτε του ίδιου είτε του αντίθετου φύλου , με την οποία επιτεύχθηκε ή έστω επιδιώχθηκε γενετήσια ικανοποίηση (βλ. Σπυριδάκη 63γα σ. 166 ). Και η μοιχεία θα πρέπει να έχει τελεσθεί με δόλο. Εάν η μοιχεία τελέσθηκε υπό το κράτος νομικής πλάνης (π.χ. ο μοιχευθείς νόμιζε ότι ο γάμος του είχε λυθεί) ελλείπει ο δόλος. Ομοίως θα πρέπει ο μοιχευθείς κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης να ήταν ικανός προς καταλογισμό. Ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί να αποδείξει ότι από το γεγονός αυτό καθαυτό της μοιχείας δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμο σχέση του (π.χ. ο ενάγων συναίνεσε στην μοιχεία επιδοκιμάζοντας την πριν την τέλεση ή εν γνώσει του αδιαφορεί).

το δικαστήριο τον κηρύσσει άφαντο μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαρτά δικαιώματα από τον θάνατό του. Μόλις καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει σε αφάνεια τον σύζυγο, ο άλλος σύζυγος μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαζυγίου. 

Σε περίπτωση δε που επανεμφανισθεί ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις :

Αν ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια εμφανισθεί πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση περί διαζυγίου, η αγωγή περί διαζυγίου θα απορριφθεί

Αν ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια εμφανισθεί αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση περί διαζυγίου τότε ο γάμος τους λύνεται. 

Αν η αφάνεια δεν έχει κηρυχθεί με δικαστική απόφαση , ο σύζυγος μπορεί να θεμελιώσει την αγωγή διαζυγίου του σε ισχυρό κλονισμό λόγω της απουσία του συζύγου επί μακρό.

Εφόσον το διαζύγιο στηρίζεται στον ισχυρό κλονισμό (διγαμία, μοιχεία, εγκατάλειψη, επιβουλή της ζωής, τετραετή διάσταση κ.λ.π. ) στην αφάνεια , η αγωγή εκδικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος κατοικίας του εναγόμενου συζύγου ή στη περιφέρεια του Δικαστηρίου του οποίου βρισκόταν η τελευταία κοινή διαμονή των δυο συζύγων κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών .Ο ενάγων σύζυγος θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει στην συνέχεια κατά την ακροαματική διαδικασία γεγονότα και καταστάσεις που οδήγησαν τον γάμο σε ισχυρό κλονισμό . Σε περίπτωση που ερημοδικεί (απουσιάζει) ο εναγόμενος, η απουσία του αυτή δεν θεωρείται ομολογία των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αγωγή, και το δικαστήριο δικάζει την υπόθεση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι . Στις δίκες αυτές απαγορεύεται να καταθέσουν ως μάρτυρες τα παιδιά των διαδίκων (γνήσια ή θετά, αναγνωρισμένα, νομιμοποιημένα) οι πρώην σύζυγοι και οι κατιόντες τους (παιδιά, εγγόνια κ.λ.π.) .

Ο γάμος και οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων κατά κύριο λόγο δεν διέπονται από νομικούς κανόνες αλλά από ηθικές κυρίως δεσμεύσεις και αντιλήψεις που πηγάζουν από τα κοινωνικά ήθη .

Μια εκ των αμοιβαίων υποχρεώσεων των συζύγων αποτελεί η κοινή συμβίωση, η οποία περιλαμβάνει ειδικότερες υποχρεώσεις όπως αυτή της συνοίκησης, του σεβασμού, της ειλικρίνειας και αγάπης προς τον σύντροφο. Εγκατάλειψη λοιπόν θεωρείται κάθε παράβαση της υποχρεώσεως προς συμβίωση. Όταν βέβαια η διακοπή της συμβίωσης θεωρείται δικαιολογημένη διότι υπάρχει εύλογη αιτία , τότε σε καμία περίπτωση αυτή δεν θεωρείται εγκατάλειψη. Από την στιγμή που δημιουργείται οικογενειακή στέγη η εγκατάλειψη εξωτερικεύεται με δύο κυρίως τρόπους :

α) Με αυτόβουλη αποχώρηση ενός ή και των δύο συζύγων ή με άρνηση του ενός ή και των δύο να ακολουθήσουν ο ένας τον άλλο στην οικογενειακή στέγη.

β) Με αποπομπή του ενός συζύγου προς τον άλλο. Η αποπομπή μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους όπως η σωματική ή ψυχολογική βία, λεκτικά κ.λ.π.

Η διάρκεια της εγκατάλειψης είναι αδιάφορη, σε περίπτωση όμως που διαρκέσει άνω των τεσσάρων ετών θεμελιώνεται αμάχητο τεκμήριο ισχυρού κλονισμού. Ο σύζυγος που προβάλει ως λόγο διαζυγίου την εγκατάλειψη, αποδεικνύοντας την, θεμελιώνει ταυτοχρόνως τον λόγο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης . Ο εναγόμενος σύζυγος από την πλευρά του μπορεί να αποδείξει ότι από την εγκατάλειψη αυτή δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός είτε ότι οδηγήθηκε στην αποχώρηση από την συζυγική στέγη από την συμπεριφορά του άλλου συζύγου προς αυτόν, οπότε σε αυτή την περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η εγκατάλειψη με την έννοια του άρθρου.

Aρκούν πλέον 2 χρόνια διάστασης για να τεκμαίρεται ισχυρός κλονισμός του γάμου. (Η τετραετής διάσταση που χρειαζόταν για το συναινετικό διαζύγιο άλλαξε και έγινε διετής.)

Η διετής διάσταση αποτελεί τεκμήριο αμάχητο. Εφόσον δηλαδή πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και αποδειχθούν από τον ενάγοντα , ο εναγόμενος σύζυγος δεν μπορεί να αποδείξει ότι από την τετραετή διάσταση δεν προήλθε ισχυρός κλονισμός. Σε αυτή την περίπτωση το διαζύγιο μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε από τους δύο συζύγους (ή και οι δύο) δηλαδή ακόμη και ο σύζυγος ο οποίος ευθύνεται για τον ισχυρό κλονισμό που έχει επέλθει στην έγγαμη σχέση.

α) Να έχει επέλθει διάσταση των συζύγων. Με τον όρο αυτό νοείται (ψυχική, σωματική, πνευματική) απομάκρυνση του ενός συζύγου από τον άλλο με σκοπό την διάσπαση της έγγαμου σχέσης . Αυτή συνήθως εξωτερικεύεται με την μετοίκηση του ενός συζύγου από την οικογενειακή στέγη, δεν αποκλείεται όμως να έχει επέλθει μόνο ψυχική απομάκρυνση , δηλαδή οι σύζυγοι να εξακολουθούν να συμβιώνουν κάτω από την ίδια στέγη σε διαφορετικά δωμάτια, ή να συμβιώνουν σαν απλοί γνωστοί. Βέβαια σε κάθε διαζύγιο εξετάζονται τα πραγματικά περιστατικά και ο τρόπος ζωής του συγκεκριμένου ζευγαριού μπορεί π.χ. οι συγκεκριμένοι σύζυγοι να ζουν χωριστά λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων ή πεποιθήσεων τους και να εξακολουθούν να είναι αγαπημένοι ενώ εξωτερικά προς τους τρίτους να δίνεται η εντύπωση ότι οι σύζυγοι δεν ζουν ως έγγαμοι. Εν προκειμένω δεν θεμελιώνεται διάσταση διότι ελλείπει το στοιχείο της πρόθεσης της διάστασης της έγγαμου σχέσης. Επίσης είναι αδιάφορο εάν κάποιος από τους συζύγους επιθυμεί την επανένωση με τον άλλο σύζυγο.

β) Η διάσταση αυτή να έχει διαρκέσει τουλάχιστον δύο χρόνια. Θα πρέπει δηλαδή κατά την κατάθεση της αγωγής διαζυγίου από τον ενάγοντα σύζυγο να έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον διετία.

γ) Η διάσταση αυτή να έχει διαρκέσει συνεχώς επί δύο χρόνια. Με τον όρο συνεχώς εννοείται ότι οι σύζυγοι θα πρέπει να βρίσκονται σε διάσταση χωρίς διακοπές επί μια διετία . Έτσι αν οι σύζυγοι επανειλημμένα βρίσκονταν σε διάσταση και κατά χρονικά διαστήματα αποκαθιστούσαν την σχέση τους είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλίες συγγενών ή φίλων, τούτο δεν σημαίνει ότι θεμελιώνεται η τετραετής διάσταση, αθροίζοντας τα χρονικά διαστήματα που διήρκησε η διάσταση. Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση επί δύο έτη συνεχώς με μικρές διακοπές προσπαθειών αποκατάστασης της σχέσης τους. Τότε πράγματι ο νόμος δίνει το δικαίωμα διαζυγίου στους συζύγους

Με τον όρο «επιβουλή της ζωής» εννοείται κάθε πράξη ή παράλειψη του ενός συζύγου με σκοπό θανάτωσης του άλλου συζύγου .

Ο σκοπός αυτός θανάτωσης θα πρέπει να έχει εκδηλωθεί είτε με κάποια πράξη (π.χ. ώθηση σε ένα γκρεμό ) είτε με κάποια παράλειψη (π.χ. ο σύζυγος γνωρίζει ότι η σύζυγός του δεν έχει μάθει να κολυμπάει, την πείθει να κολυμπήσει μαζί του και στην συνέχεια ενώ αυτή πνίγεται αυτός παραλείπει να την σώσει) ενώ δεν απαιτείται το αξιόποινο της πράξεως. Επίσης στην έννοια της «επιβουλής» του άρθρου αυτού εμπίπτουν και οι προπαρασκευαστικές πράξεις (π.χ. αγορά δηλητηρίου) καθώς και πράξεις απρόσφορες (η σύζυγος προσπαθεί με εξορκισμούς και μάγια να σκοτώσει τον σύζυγο, ή πυροβολισμός του συζύγου προς την σύζυγο με κενό όπλο χωρίς ο σύζυγος να γνωρίζει ότι το όπλο δεν είχε σφαίρες). Και σε αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι παρά την επιβουλή της ζωής δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός.

Το διαζύγιο των διαδίκων διέπεται ως προς το ουσιαστικό δίκαιο κατά σειρά:

  • από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας την διατηρεί,
  • από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους και
  • από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Το δικονομικό δίκαιο που εφαρμόζεται σύμφωνα με την lex fori είναι το ελληνικό δικονομικό δίκαιο και το κοινοτικό το οποίο υπερτερεί έναντι του εθνικού κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος.

H αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου, συμφωνείται με ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των εν διαστάση συζύγων και αφορά ενδεικτικά  επιμέλεια φροντίδα κλπ.

Η γονική μέριμνα ανήκει εκ του νόμου υποχρεωτικά και στους δυο συζύγους (γονείς), οπότε μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις με δικαστικές αποφάσεις εκπίπτει ο συνασκών την γονική μέριμνα (λχ κακοποίηση ανηλίκου).

Για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο απαραίτητες προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες :

α. 0 γάμος πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον ένα (1) χρόνο πριν από την κατάθεση της αίτησης λύσης αυτού.

β. Πρέπει να υπάρχει συμφωνία των συζύγων. Η εν λόγω συμφωνία δηλώνεται στο δικαστήριο αυτοπρόσωπα ή με ειδικό πληρεξούσιο σε δύο συνεδριάσεις που απέχουν μεταξύ τους έξι (6) τουλάχιστον μήνες. Το αντίστοιχο ειδικό πληρεξούσιο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την κάθε συνεδρίαση. Εφ'' όσον από την πρώτη συνεδρίαση, πέρασαν δύο χρόνια, η δήλωση της συμφωνίας παύει να ισχύει.

γ. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο πρέπει να προσκομίζεται έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά.

Η συμφωνία επικυρώνεται από το δικαστήριο και ισχύει ώσπου να εκδοθεί απόφαση για το θέμα,. Η συμφωνία για την άσκηση επιμέλειας χρειάζεται μόνο όταν κατά το χρόνο του διαζυγίου η γονική μέριμνα ασκείται και υπό του δύο συζύγου έτσι ώστε αυτή δεν απαιτείται όταν έχει παύσει το λειτούργημα της γονικής μέριμνας ως προ τον ένα σύζυγο ή όταν η άσκηση της γονικής μέριμνας έχει αφαιρεθεί από τον ένα σύζυγο. Η ανωτέρω συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει και ρυθμίσεις που αφορούν τη διοίκηση της περιουσία του παιδιού και της εκπροσώπησής του, οι οποίες είναι έγκυρες, αν και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τι επικυρώσει

Η εν λόγω συμφωνία προσκομίζεται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί όμως να υποβληθεί και κατά τη δεύτερη συζήτηση -οπότε υπάρχει δυνατότητα να την τροποποιήσει κανείς , αν είχε ήδη προσκομισθεί κατά την πρώτη συνεδρίαση και άλλαξαν συνθήκες - ή ακόμη και μετά τη δεύτερη συνεδρίαση, δεν μπορεί όμως να εκδοθεί διαζύγιο χωρίς την προσκόμιση της συμφωνίας αυτής.

Δεν απαιτείται να προσκομιστεί συμφωνία για την επιμέλεια και την επικοινωνία με τα τέκνα, εάν τα σχετικά ζητήματα έχουν ρυθμιστεί με δικαστική απόφαση, που έχει εκδοθεί προηγουμένως κατά κάποια ειδική διαδικασία κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Μέχρι την επικύρωσή της η συμφωνία για την επιμέλεια και την επικοινωνία δεν έχει νομική δέσμευση, ενώ μετά την επικύρωση, αν και δεσμευτική, έχει προσωρινό χαρακτήρα, με την έννοια ότι οι σύζυγοι μπορούν να πετύχουν διαφορετική ρύθμιση των σχετικών θεμάτων.

α. Σύνταξη αιτήσεως συναινετικού διαζυγίου και προτάσεων - κατάθεση αίτησης (σε 3 αντίτυπα) και των προτάσεων στην έδρα (κατά την συζήτηση).

Η κατάθεση της αίτησης γίνεται σε τρία αντίγραφα (το δικαστήριο κρατά μαζί με το πρωτότυπο της αιτήσεως και ένα απλό αντίγραφο) στο οποία επικολλάται διπλή παράσταση. Εάν την αίτηση υπογράφουν δύο δικηγόροι (υπάρχει η δυνατότητα να εκπροσωπούνται και οι δύο σύζυγοι από έναν δικηγόρο), απαιτούνται τρεις (3) παραστάσεις (ένσημα) που επικολλώνται στο δικόγραφο.

β. Απαραίτητα έγγραφα κατά την πρώτη συζήτηση:

ι. Πληρεξούσιο (του οποίου η σύνταξη πρέπει να γίνει εντός μηνός προ της πρώτης συζήτησης)

ιι. Ιδιωτικό συμφωνητικό των συζύγων για την επιμέλεια, επικοινωνία των ανηλίκων τέκνων τους καθώς και τη διατροφή τους (εφόσον το επιθυμούν)

ιιι. Πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως (ανεξάρτητα αν υπάρχουν τέκνα ή όχι)

ιν. Ληξιαρχική πράξη γάμου (όχι απόσπασμα)

ν. Γραμμάτιο προείσπραξης.

Σημείωση: Εάν οι διάδικοι παραστούν «μετά» του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, εάν δηλαδή οι διάδικοι - σύζυγοι είναι κατά την πρώτη συζήτηση παρόντες, απαιτείται προσκόμιση φωτοτυπίας των ταυτοτήτων τους.

Αναβολή για δεύτερη συνεδρίαση σε ρητή δικάσιμο

Η πρώτη συζήτηση με την δεύτερη συζήτηση πρέπει να απέχουν μεταξύ του έξι (6) τουλάχιστον μήνες (άρθρο 1441 παρ. 2 Αστικού Κώδικα). Έτσι ο πρόεδρος μετά την διαπίστωση της υπάρξεως των προϋποθέσεων και των απαραίτητων εγγράφων αναβάλει την υπόθεση για δικάσιμο πέρα των 6 μηνών.

α. Απαιτείται η σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της έδρας

(και όταν παρίστανται δύο δικηγόροι, οι προτάσεις γίνονται σε ενιαίο δικόγραφο).

β. Τα σχετικά έγγραφα που προσκομίζονται στο ακροατήριο:

ι. Πληρεξούσιο, που έχει συνταχθεί εντός μηνός προ της δικασίμου της δεύτερης συζήτησης, περιέχον απαραιτήτως την εντολή παραίτησης από τα ένδικα μέσα.

ιι. γραμμάτιο προείσπραξης.

Έκδοση και δημοσίευση απόφασης

Μετά την δημοσίευση τα απόφασης λαμβάνονται τέσσερα (4) τουλάχιστον επικυρωμένα αντίγραφα αυτής.

Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη έτσι και στην Ελλάδα, ο αριθμός των συναινετικών διαζυγίων έχει θεαματικά αυξηθεί σε βαθμό που εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι στο εγγύς μέλλον η λύση ενός γάμου κατ' αντιδικία ενδεχομένως να αποτελεί απαρχαιωμένη πρακτική. Πράγματι η διαδικασία της «συναινετικής» λύσεως του γάμου χαρακτηρίζεται από την εξωδικαστική και στα πλαίσια της διαστάσεως συζήτησης και συμφωνίας μεταξύ των συζύγων, και αποτρέπει τόσο υπέρμετρα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα, όσο και μία χρονοβόρα και ψυχοφθόρα διαδικασία.

Στο σύμφωνο συμβίωσης ή και σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να περιέχεται συμφωνία με την οποία αναλαμβάνεται, είτε από το ένα ή το άλλο μέρος είτε και αμοιβαίως, υποχρέωση διατροφής μόνο για την περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λύση του συμφώνου, το ένα από τα μέρη δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του. Δεν έχει υποχρέωση διατροφής εκείνος που, εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεων του, δεν είναι σε θέση να τη δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή. Η υποχρέωση αυτή δεν βαρύνει τους κληρονόμους του υπόχρεου.

Ο δικαιούχος διατροφής από το σύμφωνο συμβίωσης συμπορεύεται, ως προς το δικαίωμα διατροφής, με τον διαζευγμένο σύζυγο του υπόχρεου.

Ο υπόχρεος διατροφής, μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την υποχρέωση του αυτή, προκειμένου να απαλλαγεί, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση συνεισφοράς ή διατροφής συζύγου ή ανήλικων τέκνων του.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, η συμβατική υποχρέωση της παραγράφου 1 προηγείται της εκ του νόμου υποχρέωσης διατροφής άλλων προσώπων απέναντι στον δικαιούχο, που βρίσκεται σε αδυναμία, μετά τη λύση του συμφώνου, να διατρέφει τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις.

Με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο έκτο της κληρονομιάς, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο τρίτο, αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομιά, αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομουμένου, που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος. Τις τάξεις στην κληρονομική διαδοχή θα τις δούμε πιο αναλυτικά σε άλλο άρθρο.

Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά, το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, που του αναλογεί. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος.

Τα άρθρα 1826 επ., 1839 επ. και 1860 του ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

Με το σύμφωνο συμβίωσης ή και με μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συμβληθέντων και ιδίως η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που θα αποκτηθούν κατά τη διάρκεια του συμφώνου (αποκτήματα). Αν δεν υπάρχει συμφωνία για τα αποκτήματα, το κάθε μέρος έχει, μετά τη λύση του συμφώνου, αξίωση κατά του άλλου για ό,τι αυτό απέκτησε και με τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή δεν γεννάται στο πρόσωπο των κληρονόμων του δικαιούχου, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται από αυτούς, στρέφεται όμως κατά των κληρονόμων του υπόχρεου. Η αξίωση παραγράφεται δύο έτη μετά τη λύση του συμφώνου.

Η γονική μέριμνα τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού. Οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

Αν το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 4 του παρόντος, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1513 του ΑΚ.

Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Η ακυρότητα ή η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.

Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωση τους που περιέχεται στο σύμφωνο ή σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο, πριν τη γέννηση του πρώτου τέκνου. Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς ή συνδυασμός των επωνύμων τους. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο του τέκνου θα σχηματισθεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.

Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται με συμφωνία των συμβληθέντων, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτου.
Από πότε ισχύει η λύση του συμφώνου συμβίωσης;
Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον ληξίαρχο, όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.
  • Αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά,
  • Μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως. Τους βαθμούς της συγγενείας θα τους αναλύσουμε και θα τους εξηγήσουμε σύντομα σε άλλο άρθρο.
  • Μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε.

Όταν παραβιάζεται μία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, το σύμφωνο συμβίωσης είναι άκυρο. Την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθεί, εκτός από τους συμβληθέντες, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως την αναγνώριση της ακυρότητας, αν το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη.

Το σύμφωνο συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση ενός αντιγράφου αυτού στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας των συμβαλλομένων, το οποίο καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο του ληξιαρχείου.

Υποκατηγορίες

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς τα ασφαλιστικά μέτρα.

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς το οικογενειακό Δίκαιο, όπως διαμορφώθηκε από τον νόμο 1329/83, το οποίο εναρμονίστηκε με τις σύγχρονες αντιλήψεις για την ισότητα των δύο φίλων, αντικαθιστώντας την πατρική εξουσία με την γονεϊκή μέριμνα.

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς το σύμφωνο συμβίωσης.

Διατροφή είναι το χρηματικό ποσό ή άλλες παροχές που κάποιος δίνει σε κάποιον άλλον, για να καλύψει μ' αυτό τις βιοτικές του ανάγκες.

Το Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν υποχρεωτικά την οργάνωση μιας κοινωνίας σε κράτος, την λειτουργία της κοινωνίας αυτής και την κοινωνική συμβίωση των μελών της.

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς την πτώχευση προσωπικών εταιριών, ετερόρρυθμων ή ομόρρυθμων εταιριών, ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ανωνύμων εταιριών, ευρωπαϊκών εταιριών και ευρωπαϊκών συνεταιριστικών εταιριών.

Επισήμανση

Σχέση εντολέα-Δικηγόρου ιδρύεται μόνο κατόπιν ρητής συμφωνίας και όχι με την απλή επίσκεψη σε ένα δικτυακό τόπο (ιστοσελίδα) ή την αποστολή μηνύματος με οποιονδήποτε τρόπο στον Δικηγόρο. Δεσμευτική νομική συμβουλή παρέχεται μόνο κατόπιν αμοιβής.

Τομείς Δραστηριότητας

Το ομώνυμο δικηγορικό γραφείο ασχολείται και αναλαμβάνει συμβουλευτική και δικαστική εκπροσώπηση σε υποθέσεις αστικού, ποινικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου.Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους τομείς δραστηριότητας και εξειδίκευσής μας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας.