Διαζύγια

Ενότητα άρθρων με εκτενή θεματολογία που έχει ως σημείο αναφοράς το οικογενειακό Δίκαιο, όπως διαμορφώθηκε από τον νόμο 1329/83, το οποίο εναρμονίστηκε με τις σύγχρονες αντιλήψεις για την ισότητα των δύο φίλων, αντικαθιστώντας την πατρική εξουσία με την γονεϊκή μέριμνα.

Οι λόγοι διαζυγίου (αρθρο 1439 ΑΚ) ,  πλην του συναινετικού διαζυγίου,  είναι:

   1. Ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, έτσι ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα, τεκμαίρεται δε ο ισχυρός κλονισμός, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, σε περίπτωση διγαμίας, μοιχείας, εγκατάλειψης του ενάγοντα ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος.

 Σε περίπτωση που οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς επί δυο  τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα.

   2. Εφόσον   ενός από τους συζύγους έχει κηρυχθεί σε αφάνεια, με δικαστική απόφαση, ο άλλος δύναται να ζητήσει διαζύγιο.

Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ανεξαρτήτως αν έχει κατατεθεί αγωγή διαζυγίου ) ένας εκ των δύο συζύγων υπό ορισμένες προϋποθέσεις δικαιούται να ζητήσει από το Δικαστήριο, την προσωρινή ρύθμιση προσωπικών σχέσεων συζύγων ή γονέων και τέκνων δηλαδή την μετοίκηση του ιδίου ή του άλλου συζύγου από την οικία που αποτελεί την οικογενειακή στέγη και την κατανομή της χρήσης κινητών πραγμάτων, την επιδίκαση διατροφής για τον ίδιο και τα τέκνα του, την ρύθμιση της επιμέλειας και επικοινωνίας με τα τέκνα του.

Για τη λύση του γάμου με διαζύγιο απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση. (αρθρα 1438 επ ΑΚ)

Ειδικότερα ο γάμος λύνεται:

   1. Με συναινετικό διαζύγιο, όταν οι δύο σύζυγοι με έγγραφη συμφωνία που υπογράφεται από τους ίδιους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνο τους δεύτερους που έχουν ειδικό πληρεξούσιο,  συμφωνούν να λύσουν τον μεταξύ τους γάμο, ο οποίος διήρκεσε τουλάχιστον έξι μήνες .Η έγγραφη συμφωνία υποβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον,  Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζει  κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικυρώνει την συμφωνία και λύνει το γάμο.

   2. Με διαζύγιο κατ' αντιδικία,  όπου για ορισμένους λόγους που συνιστούν ισχυρό κλονισμό  του γάμου,  ο ένας από τους συζύγους με αγωγή του ή και οι δύο,  με χωριστές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπον Μονομελούς Πρωτοδικείου, ζητούν τη λύση του μεταξύ τους γάμου.

Αρμόδιο καθ' ύλην για την λύση του γάμου με διαζύγιο για ισχυρό κλονισμό που αφορά στο πρόσωπο του ενός ή και των δύο συζύγων και λόγω αφάνειας,  καθώς και για την ακύρωση ενός άκυρου ή ακυρώσιμου γάμου ή για την αναγνώριση της ανυπαρξίας ενός ανυπόστατου γάμου, τις σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν  είναι το Μονομελές  Πρωτοδικείο (αρθρο 17 αριθμ.1 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των γαμικών διαφορών (όπως ισχύει μετά την έκδοση του νόμου 4055/2012).

Καταρχήν αίρονται αναδρομικά τα αποτελέσματα του γάμου. Η αναδρομικότητα αφορά όλες τις σχέσεις των συζύγων, αδιάκριτα αν πρόκειται για προσωπικές, οικογενειακές ή περιουσιακές σχέσεις. Έτσι, η ακύρωση του γάμου οδηγεί κυρίως στην ex tunc ανατροπή του κληρονομικού δικαιώματος που έχει ο ένας σύζυγος στη περιουσία του άλλου, σε περίπτωση βέβαια μόνο εξ αδιαθέτου κληρονομιάς. Επίσης ανατρέπονται όλες οι δικαιοπραξίες των συζύγων με τρίτους, οι οποίες επιχειρήθηκαν υπό την συζυγική τους ιδιότητα, είτε με βάση τις ανάγκες της έγγαμης συμβίωσης, είτε σαν δικαιοπραξίες διαχειριστικές της περιουσίας του άλλου συζύγου, με την επιφύλαξη της καλοπιστίας των τρίτων που συναλλάχθηκαν με τους συζύγους. Περαιτέρω αν και οι δύο σύζυγοι κατά την τέλεση του γάμου ή ο ένας αυτών αγνοούσαν την ακυρότητα, η ακύρωση ενεργεί ως προς αυτούς μόνο για το μέλλον, ενώ ο σύζυγος που αγνοούσε κατά την τέλεση του γάμου την ακυρότητα έχει εναντίον του άλλου συζύγου που γνώριζε εξαρχής την ακυρότητα και κατά των κληρονόμων του, αν αυτός πέθανε μετά την ακύρωση του γάμου, δικαίωμα διατροφής σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για το διαζύγιο, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο σύζυγος ο οποίος εξαναγκάσθηκε να τελέσει γάμο με απειλή, κατά τρόπο παράνομο ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, αν ο γάμος ακυρωθεί ή λυθεί με το θάνατο του άλλου συζύγου (Άρθρο 1383 ΑΚ).

Ακύρωση του γάμου σημαίνει ότι ένας γάμος,  ο οποίος είχε παράγει όλα τα νομικά αποτελέσματα ακυρώνεται ,  με αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω ενός ελαττώματος του και έτσι   παύει να έχει αποτελέσματα, με μόνη εξαίρεση ότι τα τέκνα που γεννήθηκαν σε γάμο που ακυρώθηκε διατηρούν την ιδιότητα τέκνου γεννημένου σε γάμο. Για την ακύρωση ακυρώσιμου ή άκυρου γάμου ισχύουν οι κανόνες που ισχύουν για την ακύρωση οποιασδήποτε ακυρώσιμης δικαιοπραξίας (αρθρα 1372 επΑΚ).

8 Ποιοι είναι οι λόγοι ακύρωσης του γάμου;

Η ακύρωση ενός γάμου προϋποθέτει ότι αυτός είτε είναι άκυρος λόγω έλλειψης κάποιας θετικής προϋπόθεσης του γάμου ή της ύπαρξης κάποιου ανατρεπτικού κωλύματος, είτε είναι ακυρώσιμος λόγω πλάνης ή απειλής.

Ελλείψει θετικής προϋπόθεσης υφίσταται όταν οι δηλώσεις των μελλονύμφων δεν γίνονται αυτοπροσώπως ή γίνονται υπό αίρεση ή προθεσμία, όταν είναι ανήλικοι και δεν υπάρχει άδεια του δικαστηρίου, αν κάποιος από αυτούς τελεί υπό δικαστική απαγόρευση, αν κάποιος από αυτούς τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση και δεν συναινεί ο δικαστικός συμπαραστάτης του ή δεν υπάρχει άδεια του δικαστηρίου και αν κάποιος από αυτούς κατά την τέλεση του γάμου δεν έχει συνείδηση των πραττομένων ή στερείται της χρήσης του λογικού ένεκα πνευματικής νόσου. Ανατρεπτικό κώλυμα υπάρχει σε περίπτωση συγγένειας εξ αίματος κατ' ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι του τέταρτου βαθμού, συγγένειας εξ αγχιστείας κατ' ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι τρίτου βαθμού, λόγω διγαμίας και λόγω υιοθεσίας.

Η ακυρότητα αίρεται αν ακολουθήσει του γάμου,  πλήρης και ελεύθερη συμφωνία των συζύγων για αυτόν, αν δοθεί μεταγενέστερα στους ανήλικους άδεια του δικαστηρίου ή ο ανήλικος σύζυγος όταν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του αναγνωρίσει το γάμο, αν ο ανίκανος σύζυγος καταστεί ικανός και αναγνωρίσει τον γάμο, αν ο αντιλήπτορας ή το δικαστήριο ή ο υπό δικαστική αντίληψη αφού καταστεί ικανός εγκρίνει το γάμο, η δε ακυρότητα του γάμου αίρεται αν ο πλανηθείς ή εξαναγκασθείς μετά την πλάνη ή την απειλή αναγνωρίσει τον γάμο. Εξάλλου υπάρχει και ο ανυπόστατος γάμος σε περίπτωση που δεν υπάρχει δήλωση γι' αυτόν ενώπιον του δημάρχου και των μαρτύρων στον πολιτικό γάμο ή ο θρησκευτικός γάμος δεν έχει ιερουργηθεί από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή ο γάμος αυτός δεν έχει έννομες συνέπειες και το ανυπόστατο αυτού δύναται να αναγνωριστεί με αναγνωριστική αγωγή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο, εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει την διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο

   1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου και μετά από αυτό βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει απ' αυτό τη διατροφή του,

   2. αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και για το λόγο αυτό εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος,

   3. αν δεν βρίσκει σταθερή, κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση και στις δύο αυτές περιπτώσεις όμως για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου και

   4. σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

Η διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί, αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος είναι υπαίτιος του διαζυγίου του ή προκάλεσε εκούσια την απορία του. Το δικαίωμα διατροφής, δε παύει αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί ή αν συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση καθώς και με το θάνατο του δικαιούχου.

Για να γίνει η παραίτηση από τα ένδικα μέσα απαιτείται εκτός από την έκθεση παραίτησης συμπληρωμένη ει διπλούν, η προσκόμιση του ειδικού πληρεξουσίου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος του διαζυγίου, καθώς και η προσκόμιση πιστοποιητικού περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της απόφασης συναινετικού διαζυγίου.

Αίτηση στον εισαγγελέα για πνευματική λύση του Θρησκευτικού γάμου ή λύση του πολιτικού γάμου

Έκδοση διαζευκτηρίου από την αρμόδια Μητρόπολη, όπου καταβάλλεται σχετικό παράβολο (όταν πρόκειται για θρησκευτικό γάμο)

Για τη λύση πολιτικού γάμου και καταχώρησή του στο οικείο ληξιαρχείο απαιτείται επικυρωμένο αντίγραφο τα απόφασης του διαζυγίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1439 παρ. 1: Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Για να υφίσταται ισχυρός κλονισμός θα πρέπει να συντρέχουν οι κάτωθι προϋποθέσεις :

α) Να έχουν προηγηθεί γεγονότα (ή γεγονός) κλονιστικά του γάμου, δηλαδή γεγονότα που απορρέουν κυρίως από παραβιάσεις ηθικής ή νομικής συμπεριφοράς του άλλου συζύγου αλλά και ανυπαίτια γεγονότα τα οποία όμως επιφέρουν στην συγκεκριμένη έγγαμη σχέση ισχυρό κλονισμό. Ενδεικτικά ως λόγοι ισχυρού κλονισμού αναφέρονται το πάθος της μέθης, οι βιαιοπραγίες κατά του έτερου συζύγου, οι ψυχικές ή διανοητικές διαταραχές αυτού, η ανικανότητα προς συνουσία κ.α. Τα γεγονότα αυτά καθαυτά δεν αποτελούν λόγους διαζυγίου αλλά περιστατικά ικανά να προκαλέσουν τον ισχυρό κλονισμό του γάμου. Ορισμένα από τα γεγονότα αυτά(π.χ. εκδήλωση κάποιας ψυχικής ασθένειας ) είναι αδιάφορο αν συντελέστηκαν πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου.

β) Ο λόγος να αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων . Τούτο συνεπάγεται ότι περιστατικό που αφορά αποκλειστικά τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση αγωγής διαζυγίου (π.χ. κάποιο συγγενικό πρόσωπο). Διαφορετική είναι η περίπτωση που από την συμπεριφορά του τρίτου προσώπου επηρεάζεται ένας εκ των συζύγων σε τέτοιο βαθμό που κλονίζεται ισχυρά η συζυγική σχέση.

γ) Τα γεγονότα αυτά να έχουν σαν απόρροια να κλονισθεί η σχέση σε τέτοιο βαθμό ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Το δικαστήριο εξετάζει (λαμβάνοντας υπόψη υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια) και αποφαίνεται, εάν από τα προβαλλόμενα περιστατικά, κατέστη αφόρητη η συμβίωση για τον ενάγοντα.

Ο νομοθέτης προκειμένου να διευκολύνει την απόδειξη λόγων ισχυρού κλονισμού υπέρ του ενάγοντος θέσπισε κάποια τεκμήρια μαχητά. Τα τεκμήρια αποτελούν πράξεις ή παραλείψεις του εναγόμενου συζύγου, τις οποίες αν επικαλεστεί και αποδείξει ο ενάγων σύζυγος ταυτοχρόνως αποδεικνύει και τον ισχυρό κλονισμό του γάμου του. Μαχητά λέγονται διότι ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί να αποδείξει το αντίθετο, ότι δηλαδή από τις πράξεις αυτές που επικαλείται ο ενάγων σύζυγος δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός

Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 1439 παρ. 2 του Α.Κ. ο κλονισμός της έγγαμου σχέσεως τεκμαίρεται, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, σε τέσσερις περιπτώσεις:

  • περίπτωση διγαμίας, ή
  • μοιχείας,
  • εγκατάλειψης του ενάγοντα ή
  • επιβουλής της ζωής του εναγομένου.

Μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο,  το δικαστήριο ρυθμίζει την άσκηση της γονικής μέριμνας με τους εξής τρόπους:

α) Ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας του προσώπου τους στον ένα από τους γονείς,

β) Ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στους δύο γονείς από κοινού,

γ) Κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και

δ) Ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας σε τρίτο.

Όσον αφορά την υποχρέωση των γονέων για διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, τα οποία δεν έχουν εισοδήματα από εργασία τους ή από περιουσία τους ή αυτά που έχουν δεν επαρκούν για την διατροφή τους, αυτή (υποχρέωση) εξακολουθεί να υφίσταται και μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο και την καθορίζουν οι γονείς και σε περίπτωση αντιδικίας το Δικαστήριο.

Σε περίπτωση διαζυγίου ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν ή τεκμαίρεται ότι του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και μόνο ο άλλος σύζυγος, εφόσον ο άλλος σύζυγος δεν ανταποδεικνύει το τεκμήριο, χωρίς τον περιορισμό του πράγματος ως απαραίτητου για τις ανάγκες του άλλου συζύγου. Αν ο σύζυγος που κατέχει το πράγμα αρνείται να το αποδώσει στον κύριό του, αυτός έχει τις εμπράγματες αγωγές, τις αγωγές περί νομής και τις ενοχικές. Όσον αφορά την οικογενειακή στέγη, μετά την λύση του γάμου ο κύριος αυτής έχει κατά του συζύγου που κάνει χρήση αυτής όλες τις εμπράγματες και ενοχικές αγωγές. Σε περίπτωση κοινοκτημοσύνης με το διαζύγιο λήγει αυτή (κοινοκτημοσύνη) και καθένας των συζύγων λαμβάνει ό,τι του αναλογεί κατά τις διατάξεις περί λύσεως της κοινωνίας και διανομής των κοινών πραγμάτων. Τέλος για τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από τον έναν από τους συζύγους κατά τη διάρκεια του γάμου γεννιέται αξίωση συμμετοχής του άλλου σ' αυτά.

Σε περίπτωση λύσης του γάμου με διαζύγιο παύει η υποχρέωση των συζύγων για συμβίωση και για κοινές αποφάσεις, ο ή η σύζυγος εάν  έχουν λάβει και το επώνυμο του άλλου συζύγου κατά κανόνα παραμένει και πάλι μόνο  το δικό τους, εκτός αν επιθυμούν, επειδή έχουν αποκτήσει επαγγελματική ή καλλιτεχνική φήμη με το συζυγικό τους επώνυμο να το διατηρήσουν. Παύει η ελαφρότερη ευθύνη των συζύγων κατά την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποχρεώσεών τους, παύει να ισχύει το κώλυμα της διγαμίας και λήγει η αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων του ενός συζύγου εναντίον του άλλου. Η εξ αγχιστείας συγγένεια που δημιουργείται με τον γάμο μεταξύ των εξ αίματος συγγενών του ενός συζύγου με τους εξ αίματος συγγενείς το άλλου και μετά τη λύση του γάμου εξακολουθεί να υπάρχει.

Κατά το άρθρο 356 του Ποινικού Κώδικα ( η οποία τιμωρείται και ποινικά με φυλάκιση ) διγαμία στοιχειοθετείται εφόσον ο σύζυγος τέλεσε νέο γάμο πριν αμετακλήτως διαλυθεί ή ακυρωθεί ο προηγούμενος (ανεξαρτήτως θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου). Επίσης η διγαμία θα πρέπει να έχει τελεσθεί εκ δόλου. Αν ο δίγαμος είχε νομική πλάνη (θεωρώντας π.χ. ότι ο γάμος του είχε λυθεί με τον θάνατο του πρώτου συζύγου ) ελλείπει το στοιχείο του δόλου.

Ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί όμως να αποδείξει ότι από το γεγονός αυτό καθαυτό της διγαμίας δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμο σχέση.

Η Διγαμία κατά το άρθρο 356 του Π.Κ. ( η οποία τιμωρείται και ποινικά με φυλάκιση ) διγαμία στοιχειοθετείται εφόσον ο σύζυγος τέλεσε νέο γάμο πριν αμετακλήτως διαλυθεί ή ακυρωθεί ο προηγούμενος (ανεξαρτήτως θρησκευτικού ή πολιτικού γάμου). Επίσης η διγαμία θα πρέπει να έχει τελεσθεί εκ δόλου. Αν ο δίγαμος είχε νομική πλάνη (θεωρώντας π.χ. ότι ο γάμος του είχε λυθεί με τον θάνατο του πρώτου συζύγου ) ελλείπει το στοιχείο του δόλου. 
Ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί όμως να αποδείξει ότι από το γεγονός αυτό καθαυτό της διγαμίας δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμο σχέση.

Στον Δράκοντα αποδίδεται ένας νόμος κατά τον οποίο όποιος συλλάμβανε επ'' αυτοφώρω κάποιον να κάνει έρωτα με την γυναίκα, την αδελφή, την μητέρα ή την παλλακίδα του δικαιούταν να τον φονεύσει. Αντίστοιχα στον Σόλωνα αποδίδεται νόμος με παρόμοιο περιεχόμενο κατά τον οποίο έδινε το δικαίωμα να σκοτώσεις τον επ'' αυτοφώρω συλληφθέντα μοιχό. Στην Σπάρτη κατά τον Πλούταρχο, ήταν δυνατόν ένας άνδρας ηλικιωμένος, αν συναντούσε κάποιον καλοφτιαγμένο νέο να τον φέρει στην νεαρή γυναίκα του και να τον ζευγαρώσει μαζί της προκειμένου να κρατήσει ο ίδιος το παιδί που θα γεννιόταν.

Η μοιχεία εθεωρείτο παλαιότερα ποινικό αδίκημα. Καταργήθηκε όμως με το άρθρο 6 του νόμου 1272/82.

Μοιχεία θεωρείται οποιαδήποτε σαρκική συνάφεια με τρίτο πρόσωπο, είτε του ίδιου είτε του αντίθετου φύλου , με την οποία επιτεύχθηκε ή έστω επιδιώχθηκε γενετήσια ικανοποίηση (βλ. Σπυριδάκη 63γα σ. 166 ). Και η μοιχεία θα πρέπει να έχει τελεσθεί με δόλο. Εάν η μοιχεία τελέσθηκε υπό το κράτος νομικής πλάνης (π.χ. ο μοιχευθείς νόμιζε ότι ο γάμος του είχε λυθεί) ελλείπει ο δόλος. Ομοίως θα πρέπει ο μοιχευθείς κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης να ήταν ικανός προς καταλογισμό. Ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί να αποδείξει ότι από το γεγονός αυτό καθαυτό της μοιχείας δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμο σχέση του (π.χ. ο ενάγων συναίνεσε στην μοιχεία επιδοκιμάζοντας την πριν την τέλεση ή εν γνώσει του αδιαφορεί).

το δικαστήριο τον κηρύσσει άφαντο μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαρτά δικαιώματα από τον θάνατό του. Μόλις καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει σε αφάνεια τον σύζυγο, ο άλλος σύζυγος μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαζυγίου. 

Σε περίπτωση δε που επανεμφανισθεί ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις :

Αν ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια εμφανισθεί πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση περί διαζυγίου, η αγωγή περί διαζυγίου θα απορριφθεί

Αν ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια εμφανισθεί αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση περί διαζυγίου τότε ο γάμος τους λύνεται. 

Αν η αφάνεια δεν έχει κηρυχθεί με δικαστική απόφαση , ο σύζυγος μπορεί να θεμελιώσει την αγωγή διαζυγίου του σε ισχυρό κλονισμό λόγω της απουσία του συζύγου επί μακρό.

Εφόσον το διαζύγιο στηρίζεται στον ισχυρό κλονισμό (διγαμία, μοιχεία, εγκατάλειψη, επιβουλή της ζωής, τετραετή διάσταση κ.λ.π. ) στην αφάνεια , η αγωγή εκδικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος κατοικίας του εναγόμενου συζύγου ή στη περιφέρεια του Δικαστηρίου του οποίου βρισκόταν η τελευταία κοινή διαμονή των δυο συζύγων κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών .Ο ενάγων σύζυγος θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει στην συνέχεια κατά την ακροαματική διαδικασία γεγονότα και καταστάσεις που οδήγησαν τον γάμο σε ισχυρό κλονισμό . Σε περίπτωση που ερημοδικεί (απουσιάζει) ο εναγόμενος, η απουσία του αυτή δεν θεωρείται ομολογία των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αγωγή, και το δικαστήριο δικάζει την υπόθεση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι . Στις δίκες αυτές απαγορεύεται να καταθέσουν ως μάρτυρες τα παιδιά των διαδίκων (γνήσια ή θετά, αναγνωρισμένα, νομιμοποιημένα) οι πρώην σύζυγοι και οι κατιόντες τους (παιδιά, εγγόνια κ.λ.π.) .

Ο γάμος και οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων κατά κύριο λόγο δεν διέπονται από νομικούς κανόνες αλλά από ηθικές κυρίως δεσμεύσεις και αντιλήψεις που πηγάζουν από τα κοινωνικά ήθη .

Μια εκ των αμοιβαίων υποχρεώσεων των συζύγων αποτελεί η κοινή συμβίωση, η οποία περιλαμβάνει ειδικότερες υποχρεώσεις όπως αυτή της συνοίκησης, του σεβασμού, της ειλικρίνειας και αγάπης προς τον σύντροφο. Εγκατάλειψη λοιπόν θεωρείται κάθε παράβαση της υποχρεώσεως προς συμβίωση. Όταν βέβαια η διακοπή της συμβίωσης θεωρείται δικαιολογημένη διότι υπάρχει εύλογη αιτία , τότε σε καμία περίπτωση αυτή δεν θεωρείται εγκατάλειψη. Από την στιγμή που δημιουργείται οικογενειακή στέγη η εγκατάλειψη εξωτερικεύεται με δύο κυρίως τρόπους :

α) Με αυτόβουλη αποχώρηση ενός ή και των δύο συζύγων ή με άρνηση του ενός ή και των δύο να ακολουθήσουν ο ένας τον άλλο στην οικογενειακή στέγη.

β) Με αποπομπή του ενός συζύγου προς τον άλλο. Η αποπομπή μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους όπως η σωματική ή ψυχολογική βία, λεκτικά κ.λ.π.

Η διάρκεια της εγκατάλειψης είναι αδιάφορη, σε περίπτωση όμως που διαρκέσει άνω των τεσσάρων ετών θεμελιώνεται αμάχητο τεκμήριο ισχυρού κλονισμού. Ο σύζυγος που προβάλει ως λόγο διαζυγίου την εγκατάλειψη, αποδεικνύοντας την, θεμελιώνει ταυτοχρόνως τον λόγο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης . Ο εναγόμενος σύζυγος από την πλευρά του μπορεί να αποδείξει ότι από την εγκατάλειψη αυτή δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός είτε ότι οδηγήθηκε στην αποχώρηση από την συζυγική στέγη από την συμπεριφορά του άλλου συζύγου προς αυτόν, οπότε σε αυτή την περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η εγκατάλειψη με την έννοια του άρθρου.

Aρκούν πλέον 2 χρόνια διάστασης για να τεκμαίρεται ισχυρός κλονισμός του γάμου. (Η τετραετής διάσταση που χρειαζόταν για το συναινετικό διαζύγιο άλλαξε και έγινε διετής.)

Η διετής διάσταση αποτελεί τεκμήριο αμάχητο. Εφόσον δηλαδή πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και αποδειχθούν από τον ενάγοντα , ο εναγόμενος σύζυγος δεν μπορεί να αποδείξει ότι από την τετραετή διάσταση δεν προήλθε ισχυρός κλονισμός. Σε αυτή την περίπτωση το διαζύγιο μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε από τους δύο συζύγους (ή και οι δύο) δηλαδή ακόμη και ο σύζυγος ο οποίος ευθύνεται για τον ισχυρό κλονισμό που έχει επέλθει στην έγγαμη σχέση.

α) Να έχει επέλθει διάσταση των συζύγων. Με τον όρο αυτό νοείται (ψυχική, σωματική, πνευματική) απομάκρυνση του ενός συζύγου από τον άλλο με σκοπό την διάσπαση της έγγαμου σχέσης . Αυτή συνήθως εξωτερικεύεται με την μετοίκηση του ενός συζύγου από την οικογενειακή στέγη, δεν αποκλείεται όμως να έχει επέλθει μόνο ψυχική απομάκρυνση , δηλαδή οι σύζυγοι να εξακολουθούν να συμβιώνουν κάτω από την ίδια στέγη σε διαφορετικά δωμάτια, ή να συμβιώνουν σαν απλοί γνωστοί. Βέβαια σε κάθε διαζύγιο εξετάζονται τα πραγματικά περιστατικά και ο τρόπος ζωής του συγκεκριμένου ζευγαριού μπορεί π.χ. οι συγκεκριμένοι σύζυγοι να ζουν χωριστά λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων ή πεποιθήσεων τους και να εξακολουθούν να είναι αγαπημένοι ενώ εξωτερικά προς τους τρίτους να δίνεται η εντύπωση ότι οι σύζυγοι δεν ζουν ως έγγαμοι. Εν προκειμένω δεν θεμελιώνεται διάσταση διότι ελλείπει το στοιχείο της πρόθεσης της διάστασης της έγγαμου σχέσης. Επίσης είναι αδιάφορο εάν κάποιος από τους συζύγους επιθυμεί την επανένωση με τον άλλο σύζυγο.

β) Η διάσταση αυτή να έχει διαρκέσει τουλάχιστον δύο χρόνια. Θα πρέπει δηλαδή κατά την κατάθεση της αγωγής διαζυγίου από τον ενάγοντα σύζυγο να έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον διετία.

γ) Η διάσταση αυτή να έχει διαρκέσει συνεχώς επί δύο χρόνια. Με τον όρο συνεχώς εννοείται ότι οι σύζυγοι θα πρέπει να βρίσκονται σε διάσταση χωρίς διακοπές επί μια διετία . Έτσι αν οι σύζυγοι επανειλημμένα βρίσκονταν σε διάσταση και κατά χρονικά διαστήματα αποκαθιστούσαν την σχέση τους είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε με πρωτοβουλίες συγγενών ή φίλων, τούτο δεν σημαίνει ότι θεμελιώνεται η τετραετής διάσταση, αθροίζοντας τα χρονικά διαστήματα που διήρκησε η διάσταση. Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση επί δύο έτη συνεχώς με μικρές διακοπές προσπαθειών αποκατάστασης της σχέσης τους. Τότε πράγματι ο νόμος δίνει το δικαίωμα διαζυγίου στους συζύγους

Με τον όρο «επιβουλή της ζωής» εννοείται κάθε πράξη ή παράλειψη του ενός συζύγου με σκοπό θανάτωσης του άλλου συζύγου .

Ο σκοπός αυτός θανάτωσης θα πρέπει να έχει εκδηλωθεί είτε με κάποια πράξη (π.χ. ώθηση σε ένα γκρεμό ) είτε με κάποια παράλειψη (π.χ. ο σύζυγος γνωρίζει ότι η σύζυγός του δεν έχει μάθει να κολυμπάει, την πείθει να κολυμπήσει μαζί του και στην συνέχεια ενώ αυτή πνίγεται αυτός παραλείπει να την σώσει) ενώ δεν απαιτείται το αξιόποινο της πράξεως. Επίσης στην έννοια της «επιβουλής» του άρθρου αυτού εμπίπτουν και οι προπαρασκευαστικές πράξεις (π.χ. αγορά δηλητηρίου) καθώς και πράξεις απρόσφορες (η σύζυγος προσπαθεί με εξορκισμούς και μάγια να σκοτώσει τον σύζυγο, ή πυροβολισμός του συζύγου προς την σύζυγο με κενό όπλο χωρίς ο σύζυγος να γνωρίζει ότι το όπλο δεν είχε σφαίρες). Και σε αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος σύζυγος μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι παρά την επιβουλή της ζωής δεν επήλθε ισχυρός κλονισμός.

Το διαζύγιο των διαδίκων διέπεται ως προς το ουσιαστικό δίκαιο κατά σειρά:

  • από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας την διατηρεί,
  • από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους και
  • από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Το δικονομικό δίκαιο που εφαρμόζεται σύμφωνα με την lex fori είναι το ελληνικό δικονομικό δίκαιο και το κοινοτικό το οποίο υπερτερεί έναντι του εθνικού κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος.

H αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας στα πλαίσια του συναινετικού διαζυγίου, συμφωνείται με ιδιωτικό έγγραφο μεταξύ των εν διαστάση συζύγων και αφορά ενδεικτικά  επιμέλεια φροντίδα κλπ.

Η γονική μέριμνα ανήκει εκ του νόμου υποχρεωτικά και στους δυο συζύγους (γονείς), οπότε μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις με δικαστικές αποφάσεις εκπίπτει ο συνασκών την γονική μέριμνα (λχ κακοποίηση ανηλίκου).

Επισήμανση

Σχέση εντολέα-Δικηγόρου ιδρύεται μόνο κατόπιν ρητής συμφωνίας και όχι με την απλή επίσκεψη σε ένα δικτυακό τόπο (ιστοσελίδα) ή την αποστολή μηνύματος με οποιονδήποτε τρόπο στον Δικηγόρο. Δεσμευτική νομική συμβουλή παρέχεται μόνο κατόπιν αμοιβής.

Τομείς Δραστηριότητας

Το ομώνυμο δικηγορικό γραφείο ασχολείται και αναλαμβάνει συμβουλευτική και δικαστική εκπροσώπηση σε υποθέσεις αστικού, ποινικού, εμπορικού και διοικητικού δικαίου.Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους τομείς δραστηριότητας και εξειδίκευσής μας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας.